unfashionable
un
ʌn
an
fa
ˈfæ
shio
ʃə
shē
na
ble
bəl
bēl
fashionable

Ορισμός και σημασία του "unfashionable"στα αγγλικά

unfashionable
01

ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος

not fashionable or popular at the moment; outdated 
unfashionable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfashionable
συγκριτικός βαθμός
more unfashionable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, trends, time
Παραδείγματα
Her dress, though well-made, looked unfashionable by today's standards. 

Το φόρεμά της, αν και καλά φτιαγμένο, φαινόταν ξεπερασμένο σύμφωνα με τα σημερινά στάνταρ.

02

ξεπερασμένος

wearing clothes that are not in line with the fashion of the time 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unfashionable
fashionable
fashion
fash
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store