unequalled
u
ʌ
a
neq
ˈni:k
nik
ualled
wəld
vēld
unequalisedunequaledunequalized

Ορισμός και σημασία του "unequalled"στα αγγλικά

unequalled
01

απαράμιλλος, ασύγκριτος

highest-ranked or best in a category 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store