unemployment
Pronunciation
/ˌʌnɪmˈplɔɪmənt/

Ορισμός και σημασία του "unemployment"στα αγγλικά

01

ανεργία, χωρίς εργασία

the state of being without a job
unemployment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Many people faced long-term unemployment during the global financial crisis.
Πολλοί άνθρωποι αντιμετώπισαν μακροχρόνια ανεργία κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
02

ανεργία, επίπεδο ανεργίας

the number or proportion of people in an area who do not have jobs
Παραδείγματα
Unemployment statistics help the government plan economic measures.
Τα στατιστικά της ανεργίας βοηθούν την κυβέρνηση να σχεδιάσει οικονομικά μέτρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store