unemployment
un
ˌʌn
an
emp
ˈɪmp
imp
loy
lɔɪ
loy
ment
mənt
mēnt
redeploymentemploymentdeploymentenjoyment

Ορισμός και σημασία του "unemployment"στα αγγλικά

01

ανεργία, χωρίς εργασία

the state of being without a job 
unemployment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She struggled with unemployment after being laid off from her job at the factory. 

Αγωνίστηκε με την ανεργία αφού απολύθηκε από τη δουλειά της στο εργοστάσιο.

02

ανεργία, επίπεδο ανεργίας

the number or proportion of people in an area who do not have jobs 
Παραδείγματα
Unemployment in the city reached 10% last year. 

Η ανεργία στην πόλη έφτασε το 10% πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store