Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unemployment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She struggled with unemployment after being laid off from her job at the factory.
Αγωνίστηκε με την ανεργία αφού απολύθηκε από τη δουλειά της στο εργοστάσιο.
02
ανεργία, επίπεδο ανεργίας
the number or proportion of people in an area who do not have jobs
Παραδείγματα
Unemployment in the city reached 10% last year.
Η ανεργία στην πόλη έφτασε το 10% πέρυσι.
Λεξικό Δέντρο
unemployment
employment
employ



























