Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Undulation
01
κύμανση, ταλάντωση
(physics) a repeated movement or fluctuation, likened to the rise and fall of waves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
undulations
Παραδείγματα
The study focused on the undulation patterns of sound waves as they traveled through various mediums.
Η μελέτη επικεντρώθηκε στα μοτίβα κύμανσης των ηχητικών κυμάτων καθώς ταξίδευαν μέσα από διάφορα μέσα.
02
κυματισμός, κυματική κίνηση
a wavelike motion characterized by a smooth, gentle rising and falling
Παραδείγματα
With each gust of wind, there was a soft undulation in the field of wheat.
Με κάθε ριπή ανέμου, υπήρχε μια απαλή κύμανση στο χωράφι με σιτάρι.
03
κυματισμός, καμπύλη
an undulating curve
Λεξικό Δέντρο
undulation
undulate
undul



























