to undulate
Pronunciation
/ˈəndʒəˌɫeɪt/

Ορισμός και σημασία του "undulate"στα αγγλικά

to undulate
01

κυματίζω, προκαλώ κύματα

to cause a surface to form small waves or ripples
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
undulates
ενεστώτα μετοχή
undulating
απλός αόριστος
undulated
παθητική μετοχή
undulated
Παραδείγματα
The breeze undulated the pond's surface, making the sun's reflection dance.
Η αύρα κυματίζει την επιφάνεια της λίμνης, κάνοντας την αντανάκλαση του ήλιου να χορεύει.
02

κυμαίνομαι, ταλαντεύομαι

to fluctuate in volume or pitch in a wave-like pattern
Παραδείγματα
The sound of the siren undulated as the ambulance sped past us.
Ο ήχος της σειρήνας κυματιζόταν καθώς το ασθενοφόρο πέρασε με ταχύτητα δίπλα μας.
03

κυματίζω, ελίσσομαι

move in a wavy pattern or with a rising and falling motion
04

κυματίζω, κυμαίνομαι

occur in soft rounded shapes
01

κυματιστός, ελιγμούς

having a wavy margin and rippled surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undulate
συγκριτικός βαθμός
more undulate
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

undulating
undulation
undulatory
undulate
undul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store