to undulate
un
ˈʌn
an
du
djʊ
dyoo
late
leɪt
leit
ungulate

Ορισμός και σημασία του "undulate"στα αγγλικά

to undulate
01

κυματίζω, προκαλώ κύματα

to cause a surface to form small waves or ripples 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
undulates
ενεστώτα μετοχή
undulating
απλός αόριστος
undulated
παθητική μετοχή
undulated
Παραδείγματα
The boat's movement undulated the canal's serene waters, disturbing the reflections. 

Η κίνηση του σκάφους κυματοποίησε τα ήρεμα νερά του καναλιού, διαταράσσοντας τις αντανακλάσεις.

02

κυμαίνομαι, ταλαντεύομαι

to fluctuate in volume or pitch in a wave-like pattern 
Παραδείγματα
The singer's voice undulated, creating an enchanting melody that captivated the audience. 

Η φωνή του τραγουδιστή κυμαινόταν, δημιουργώντας μια μαγευτική μελωδία που γοήτευε το κοινό.

03

κυματίζω, ελίσσομαι

move in a wavy pattern or with a rising and falling motion 
04

κυματίζω, κυμαίνομαι

occur in soft rounded shapes 
01

κυματιστός, ελιγμούς

having a wavy margin and rippled surface 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undulate
συγκριτικός βαθμός
more undulate
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

undulating
undulation
undulatory
undulate
undul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store