Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undulate
01
κυματίζω, προκαλώ κύματα
to cause a surface to form small waves or ripples
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
undulates
ενεστώτα μετοχή
undulating
απλός αόριστος
undulated
παθητική μετοχή
undulated
Παραδείγματα
The breeze undulated the pond's surface, making the sun's reflection dance.
Η αύρα κυματίζει την επιφάνεια της λίμνης, κάνοντας την αντανάκλαση του ήλιου να χορεύει.
02
κυμαίνομαι, ταλαντεύομαι
to fluctuate in volume or pitch in a wave-like pattern
Παραδείγματα
The sound of the siren undulated as the ambulance sped past us.
Ο ήχος της σειρήνας κυματιζόταν καθώς το ασθενοφόρο πέρασε με ταχύτητα δίπλα μας.
03
κυματίζω, ελίσσομαι
move in a wavy pattern or with a rising and falling motion
04
κυματίζω, κυμαίνομαι
occur in soft rounded shapes
undulate
01
κυματιστός, ελιγμούς
having a wavy margin and rippled surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undulate
συγκριτικός βαθμός
more undulate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
undulating
undulation
undulatory
undulate
undul



























