Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undetected
01
ανιχνεύσιμος, απαρατήρητος
not discovered, noticed, or detected, often referring to something that was searched or looked for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undetected
συγκριτικός βαθμός
more undetected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The flaws in the design were undetected by the engineers.
Τα ελαττώματα στο σχέδιο δεν εντοπίστηκαν από τους μηχανικούς.
Λεξικό Δέντρο
undetected
detected
detect



























