Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undesired
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undesired
συγκριτικός βαθμός
more undesired
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
outcome, evaluation, experience
Παραδείγματα
The medication had undesired side effects that caused discomfort.
Το φάρμακο είχε ανεπιθύμητες παρενέργειες που προκάλεσαν δυσφορία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undesired
desired
desire



























