Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undervalue
01
υποτιμώ, περιφρονώ
to underestimate the financial value or worth of as an asset, a company, currency, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undervalue
γ΄ ενικό πρόσωπο
undervalues
ενεστώτα μετοχή
undervaluing
απλός αόριστος
undervalued
παθητική μετοχή
undervalued
Παραδείγματα
Many people undervalue the importance of sleep for overall health.
Πολλοί άνθρωποι υποτιμούν τη σημασία του ύπνου για τη γενική υγεία.
02
υποτιμώ, απαξιώνω
assign too low a value to
03
υποτιμώ, περιφρονώ
esteem lightly
Λεξικό Δέντρο
undervalue
value



























