to undervalue
un
ˌʌn
an
der
va
ˈvæ
lue
lju:
lyoo

Ορισμός και σημασία του "undervalue"στα αγγλικά

to undervalue
01

υποτιμώ, περιφρονώ

to underestimate the financial value or worth of as an asset, a company, currency, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undervalue
γ΄ ενικό πρόσωπο
undervalues
ενεστώτα μετοχή
undervaluing
απλός αόριστος
undervalued
παθητική μετοχή
undervalued
Παραδείγματα
Many people undervalue the importance of sleep for overall health. 

Πολλοί άνθρωποι υποτιμούν τη σημασία του ύπνου για τη γενική υγεία.

02

υποτιμώ, απαξιώνω

assign too low a value to 
03

υποτιμώ, περιφρονώ

esteem lightly 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store