to undervalue
Pronunciation
/ˈəndɝˌvæɫju/

Ορισμός και σημασία του "undervalue"στα αγγλικά

to undervalue
01

υποτιμώ, περιφρονώ

to underestimate the financial value or worth of as an asset, a company, currency, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undervalue
γ΄ ενικό πρόσωπο
undervalues
ενεστώτα μετοχή
undervaluing
απλός αόριστος
undervalued
παθητική μετοχή
undervalued
Παραδείγματα
Many investors have a tendency to undervalue start-up companies in their early stages.
Πολλοί επενδυτές έχουν την τάση να υποτιμούν τις νεοφυείς επιχειρήσεις στα πρώτα τους στάδια.
02

υποτιμώ, απαξιώνω

assign too low a value to
03

υποτιμώ, περιφρονώ

esteem lightly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store