Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undershoot
01
πυροβολώ κάτω από (έναν στόχο), δεν φτάνω (έναν στόχο)
shoot short of or below (a target)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undershoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
undershoots
ενεστώτα μετοχή
undershooting
απλός αόριστος
undershot
παθητική μετοχή
undershot
02
δεν φτάνω (τον διάδρομο) σε μια προσγείωση, προσγειώνομαι πριν από τον διάδρομο
fall short of (the runway) in a landing
03
αποτυγχάνω να φτάσω, δεν κατορθώνω
to fail to meet the intended goal, result, point, etc.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undershoot
shoot



























