Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underpin
01
υποστηρίζω, στηρίζω
support from beneath
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underpin
γ΄ ενικό πρόσωπο
underpins
ενεστώτα μετοχή
underpinning
απλός αόριστος
underpinned
παθητική μετοχή
underpinned
02
υποστηρίζω, διατυπώνω τη βάση
to back up or form the basis of an argument by providing support
Λεξικό Δέντρο
underpin
pin



























