Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underpay
01
πληρώνω λιγότερο απ' όσο δίκαιο, αποδοχές κάτω από το αναγκαίο
to pay someone less than what is fair or reasonable for their work or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underpay
γ΄ ενικό πρόσωπο
underpays
ενεστώτα μετοχή
underpaying
απλός αόριστος
underpaid
παθητική μετοχή
underpaid
Παραδείγματα
The company was criticized for underpaying its employees.
Η εταιρεία επικρίθηκε για υποαμοιβή των υπαλλήλων της.
Λεξικό Δέντρο
underpay
pay



























