Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underexpose
01
υποεκθέτω, δίνω ανεπαρκή φωτισμό
to give too little light to photographic film or material, resulting in an image that is too dark
Παραδείγματα
To achieve a specific artistic effect, he chose to deliberately underexpose the scene.
Για να επιτύχει ένα συγκεκριμένο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, επέλεξε να υποεκθέσει σκόπιμα τη σκηνή.
02
υποεκθέτω, δεν εκθέτω αρκετά
to not allow something to be seen or experienced enough
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underexpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
underexposes
ενεστώτα μετοχή
underexposing
απλός αόριστος
underexposed
παθητική μετοχή
underexposed
Παραδείγματα
Many emerging talents are underexposed due to a lack of media coverage.
Πολλά αναδυόμενα ταλέντα υποεκτίθενται λόγω έλλειψης κάλυψης από τα μέσα.
Λεξικό Δέντρο
underexpose
expose



























