Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Underestimation
01
υποτίμηση
an unfavorable judgment or estimation that is too low
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
underestimations
Λεξικό Δέντρο
underestimation
estimation
estimate
estim



























