unconstipated
un
ʌn
αν
cons
kɑns
κανσ
ti
τα
pa
peɪ
πει
ted
təd
ταντ
/ʌnkˈɒnstɪpˌeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "unconstipated"στα αγγλικά

unconstipated
01

χωρίς δυσκοιλιότητα, με κανονικές κινήσεις εντέρου

having normal bowel movements

regular

Παραδείγματα
She felt unconstipated and relieved after following the doctor ’s advice.
Αισθάνθηκε χωρίς δυσκοιλιότητα και ανακούφιση αφού ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store