Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncluttered
01
ακάλυπτος, οργανωμένος
free from mess or untidiness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncluttered
συγκριτικός βαθμός
more uncluttered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
space, organization, appearance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncluttered
cluttered
clutter



























