Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncharged
01
αφόρτιστος, χωρίς φορτίο
not having an electrical charge
Παραδείγματα
Carbon dioxide becomes uncharged when it loses or gains electrons to become electrically neutral.
Το διοξείδιο του άνθρακα γίνεται αφόρτιστο όταν χάνει ή κερδίζει ηλεκτρόνια για να γίνει ηλεκτρικά ουδέτερο.
Λεξικό Δέντρο
uncharged
charged
charge



























