uncharged
un
ʌn
an
charged
ˈʧɑ:ʤd
chaajd
unchainedunchartedunchanged

Ορισμός και σημασία του "uncharged"στα αγγλικά

01

αφόρτιστος, χωρίς φορτίο

not having an electrical charge 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncharged
συγκριτικός βαθμός
more uncharged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Water molecules are uncharged, consisting of neutral oxygen and hydrogen atoms. 

Τα μόρια του νερού είναι αφόρτιστα, αποτελούμενα από ουδέτερα άτομα οξυγόνου και υδρογόνου.

Λεξικό Δέντρο

uncharged
charged
charge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store