unashamed
un
ˌʌn
αν
a
ə
α
shamed
ˈʃeɪmd
σειμντ
/ʌnɐʃˈe‍ɪmd/

Ορισμός και σημασία του "unashamed"στα αγγλικά

01

αναιδής, ασυστόλητος

used of persons or their behavior; feeling no shame
unashamed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unashamed
συγκριτικός βαθμός
more unashamed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store