unashamed
un
ˌʌn
αν
a
ə
α
shamed
ˈʃeɪmd
σειμντ
reclaimedacclaimedunclaimedunframed

Ορισμός και σημασία του "unashamed"στα αγγλικά

01

αναιδής, ασυστόλητος

used of persons or their behavior; feeling no shame 
unashamed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unashamed
συγκριτικός βαθμός
more unashamed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, morality

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unashamed
ashamed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store