Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unappealing
01
μη ελκυστικός, μη ορεκτικός
having features or qualities that are not aesthetically pleasing or attractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unappealing
συγκριτικός βαθμός
more unappealing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The idea seemed unappealing, so no one supported it.
Η ιδέα φαινόταν μη ελκυστική, έτσι κανείς δεν την υποστήριξε.
02
αποκρουστικός, αντιπαθητικός
(of characters in literature or drama) tending to evoke antipathetic feelings
Λεξικό Δέντρο
unappealing
appealing
appeal



























