Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unanimity
01
ομοφωνία, πλήρης συμφωνία
a situation in which all those involved are in complete agreement on something
Παραδείγματα
The team showed unanimity in their support for the new strategy.
Η ομάδα έδειξε ομοφωνία στην υποστήριξη της νέας στρατηγικής.
Λεξικό Δέντρο
unanimity
unanim



























