unanimity
u
ju:
yoo
na
na
na
ni
ˈnɪ
ni
mi
mi
ty
ti
ti
proximity

Ορισμός και σημασία του "unanimity"στα αγγλικά

01

ομοφωνία, πλήρης συμφωνία

a situation in which all those involved are in complete agreement on something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unanimities
Παραδείγματα
The unanimity of the jury surprised many, given the complexity of the case. 

Η ομοφωνία της κριτικής επιτροπής εξέπληξε πολλούς, δεδομένης της πολυπλοκότητας της υπόθεσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store