tyke
tyke
taɪk
taik
dikekikelikebike

Ορισμός και σημασία του "tyke"στα αγγλικά

01

παιδί, μικρός

a young child, often used in an affectionate or informal way 
tyke definition and meaning
Παραδείγματα
The tyke ran around the playground with boundless energy. 

Το παιδάκι έτρεχε γύρω από την παιδική χαρά με απεριόριστη ενέργεια.

02

γηγενής του Γιόρκσιρ, κάτοικος του Γιόρκσιρ

a native of Yorkshire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tykes
03

αγροίκος, αγενής

a crude uncouth ill-bred person lacking culture or refinement 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store