two-wheeled
Pronunciation
/tˈuːwˈiːld/

Ορισμός και σημασία του "two-wheeled"στα αγγλικά

two-wheeled
01

διτταν, ποδηλατικός

having two wheels, typically describing bicycles, motorcycles, and similar vehicles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Learning to ride a two-wheeled vehicle requires good balance and coordination.
Η εκμάθηση οδήγησης ενός διτύχου οχήματος απαιτεί καλή ισορροπία και συντονισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store