Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to two-time
01
απατώ, είμαι άπιστος
to betray one's partner by secretly having an affair with someone else at the same time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
two-time
γ΄ ενικό πρόσωπο
two-times
ενεστώτα μετοχή
two-timing
απλός αόριστος
two-timed
παθητική μετοχή
two-timed
Παραδείγματα
She vowed never to forgive him for two-timing her and breaking her trust.
Ορκίστηκε ότι δεν θα τον συγχωρέσει ποτέ για την απιστία του και για το σπάσιμο της εμπιστοσύνης της.



























