Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to two-time
01
απατώ, είμαι άπιστος
to betray one's partner by secretly having an affair with someone else at the same time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
two-time
γ΄ ενικό πρόσωπο
two-times
ενεστώτα μετοχή
two-timing
απλός αόριστος
two-timed
παθητική μετοχή
two-timed
Παραδείγματα
She was devastated when she found out he had been two-timing her with her best friend.
Ήταν συντετριμμένη όταν ανακάλυψε ότι την εξέπαιζε με την καλύτερή της φίλη.



























