Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
twisted
01
διαστρεβλωμένος, παραποιημένος
having an intended meaning altered or misrepresented
02
στριμμένος, παραμορφωμένος
bent or turned out of shape
Παραδείγματα
The twisted metal wreckage bore witness to the force of the collision, its once straight beams now bent and mangled.
Το στριμμένο μεταλλικό συντρίμμι αποτελούσε απόδειξη της δύναμης της σύγκρουσης, με τις κάποτε ευθείες δοκούς του τώρα λυγισμένες και παραμορφωμένες.
Λεξικό Δέντρο
untwisted
twisted
twist



























