twisted
twis
ˈtwɪs
tvis
ted
tɪd
tid
unlistedassistedunassisted

Ορισμός και σημασία του "twisted"στα αγγλικά

01

διαστρεβλωμένος, παραποιημένος

having an intended meaning altered or misrepresented 
twisted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twisted
συγκριτικός βαθμός
more twisted
διαβαθμίσιμο
02

στριμμένος, παραμορφωμένος

bent or turned out of shape 
Παραδείγματα
The twisted tree trunk bore scars of past storms, its branches contorted into strange shapes. 

Ο στριμμένος κορμός του δέντρου έφερε τα σημάδια των περασμένων καταιγίδων, τα κλαδιά του στριμμένα σε παράξενες μορφές.

Λεξικό Δέντρο

untwisted
twisted
twist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store