Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
twisted
01
διαστρεβλωμένος, παραποιημένος
having an intended meaning altered or misrepresented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twisted
συγκριτικός βαθμός
more twisted
διαβαθμίσιμο
02
στριμμένος, παραμορφωμένος
bent or turned out of shape
Παραδείγματα
The twisted tree trunk bore scars of past storms, its branches contorted into strange shapes.
Ο στριμμένος κορμός του δέντρου έφερε τα σημάδια των περασμένων καταιγίδων, τα κλαδιά του στριμμένα σε παράξενες μορφές.
Λεξικό Δέντρο
untwisted
twisted
twist



























