Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tutelage
01
κηδεμονία, καθοδήγηση
the action of tutoring an individual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κηδεμονία, προστασία
attention and management implying responsibility for safety



























