Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tutelary
01
προστατευτικός, κηδεμονικός
providing guardianship, protection, or guidance, often in a supervisory or spiritual sense
Παραδείγματα
His tutelary presence gave the children a sense of safety.
Η επιτηρητική του παρουσία έδινε στα παιδιά μια αίσθηση ασφάλειας.



























