turbid
tur
ˈtɜ:
bid
bɪd
bid
turgid

Ορισμός και σημασία του "turbid"στα αγγλικά

01

θολός, λασπωμένος

(of liquids) lacking in clarity for being mixed by other things such as sand or soil 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most turbid
συγκριτικός βαθμός
more turbid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The turbid river water was unsafe for swimming due to high sediment levels. 

Το θολό νερό του ποταμού δεν ήταν ασφαλές για κολύμβηση λόγω υψηλών επιπέδων ιζημάτων.

Λεξικό Δέντρο

turbidness
turbid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store