Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tune
01
μελωδία
a sequence of musical notes arranged in a specific order to create a recognizable piece of music
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tunes
Παραδείγματα
She hummed a cheerful tune while cooking dinner.
Είχε σφυρίξει μια χαρούμενη μελωδία ενώ μαγείρευε το δείπνο.
02
συντονισμός, προσαρμογή
the adjustment of a radio receiver or other circuit to a required frequency
03
κούρδισμα, τόνος
the property of producing accurately a note of a given pitch
to tune
01
ρυθμίζω,προσαρμόζω, work around
to adjust something to improve its functioning, accuracy, or performance
Transitive: to tune sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tune
γ΄ ενικό πρόσωπο
tunes
ενεστώτα μετοχή
tuning
απλός αόριστος
tuned
παθητική μετοχή
tuned
Παραδείγματα
The mechanic will tune the engine to enhance its performance.
Ο μηχανικός θα ρυθμίσει τον κινητήρα για να βελτιώσει την απόδοσή του.
Παραδείγματα
After transporting his guitar to the gig, the musician took a moment to tune it.
Μετά τη μεταφορά της κιθάρας του στη συναυλία, ο μουσικός πήρε μια στιγμή για να τη κουρδίσει.



























