Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tumultuous
01
θορυβώδης, ταραχώδης
having a loud and chaotic sound, often associated with uproar or disorder
Παραδείγματα
The tumultuous sound of thunder reverberated through the valley during the storm.
Ο θορυβώδης ήχος του κεραυνού αντηχούσε στην κοιλάδα κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tumultuous
συγκριτικός βαθμός
more tumultuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tumultuous relationship between the two nations led to frequent conflicts.
Η θυελλώδης σχέση μεταξύ των δύο εθνών οδήγησε σε συχνές συγκρούσεις.
Λεξικό Δέντρο
tumultuously
tumultuousness
tumultuous



























