tumult
tu
ˈtju:
tyoo
mult
mʌlt
malt

Ορισμός και σημασία του "tumult"στα αγγλικά

01

θόρυβος, σύγχυση

a state of loud, chaotic noise or disorder caused by confusion or unrest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tumults
Παραδείγματα
The stadium erupted into tumult as the winning goal was scored. 

Το γήπεδο ξέσπασε σε θόρυβο όταν σημειώθηκε το νικητήριο γκολ.

02

θόρυβος, ταραχή

the act of making a noisy disturbance 
03

ταραχή, βίαιη διέγερση

violent agitation 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store