Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tube
01
σωληνάριο, εύκαμπτο δοχείο
a flexible container that is used to store thick liquids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tubes
Παραδείγματα
He squeezed the toothpaste from the tube.
Πίεσε την οδοντόκρεμα από το σωληνάριο.
02
μετρό, το Μετρό
a railway that operates underground, typically in a city
Dialect
British
Παραδείγματα
She took the Tube to work this morning.
Πήρε το μετρό για να πάει στη δουλειά σήμερα το πρωί.
03
ηλεκτρονικός σωλήνας, θερμοιονικός σωλήνας
electronic device consisting of a system of electrodes arranged in an evacuated glass or metal envelope
04
σωλήνας, αγωγός
a cylindrical hollow structure used for conveying fluids, gases, or electrical signals
05
σωλήνας, αγωγός
a long, hollow structure in the body that carries fluids or serves as a passage for air, food, or other substances
Παραδείγματα
The tube in the throat carries food from the mouth to the stomach.
Ο σωλήνας στο λαιμό μεταφέρει το φαγητό από το στόμα στο στομάχι.
06
ανόητος, βλάκας
(Scottish) a foolish or stupid person
αργκό
Παραδείγματα
Don't be a tube, think before you act.
Μην είσαι σωλήνας, σκέψου πριν ενεργήσεις.
to tube
01
τοποθετώ σε σωλήνα, περικλείω σε σωλήνα
place or enclose in a tube
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tube
γ΄ ενικό πρόσωπο
tubes
ενεστώτα μετοχή
tubing
απλός αόριστος
tubed
παθητική μετοχή
tubed
02
μεταφέρω μέσω σωλήνα, διαβιβάζω μέσω σωλήνα
convey in a tube
03
επιπλέω σε ένα σωλήνα, κάνω tubing
ride or float on an inflated tube
04
εξοπλίζω με σωλήνα, εισάγω σωλήνα σε
provide with a tube or insert a tube into
Λεξικό Δέντρο
tubeless
tubelike
tube



























