Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tubby
01
χοντρούλης, στρουμπουλός
(of a person) short and fat
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tubbiest
συγκριτικός βαθμός
tubbier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tubby cat enjoyed lounging in the sun, its round body sprawled lazily on the windowsill.
Η χοντρούλα γάτα απολάμβανε να ξαπλώνει στον ήλιο, το στρογγυλό της σώμα απλωμένο τεμπέλικα στο περβάζι.
Λεξικό Δέντρο
tubbiness
tubby
tub



























