Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tubby
01
χοντρούλης, στρουμπουλός
(of a person) short and fat
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tubbiest
συγκριτικός βαθμός
tubbier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tubby man struggled to fit into the narrow seat on the bus.
Ο χοντρός άνδρας αγωνίστηκε να χωρέσει στη στενή θέση του λεωφορείου.
Λεξικό Δέντρο
tubbiness
tubby
tub



























