try-on
Pronunciation
/ˈtɹaɪˌɑn/

Ορισμός και σημασία του "try-on"στα αγγλικά

01

δοκιμή, προσπάθεια

the act of trying on clothing or accessories to check fit, appearance, or comfort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
try-ons
Παραδείγματα
After the try-on, the jacket needed a few alterations for a better fit.
Μετά τη δοκιμή, το σακάκι χρειαζόταν μερικές αλλαγές για καλύτερη εφαρμογή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store