Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trumpet
01
τρομπέτα, σάλπιγγα
a musical instrument with a curved metal tube and one wide end, which is played by blowing into it while pressing and releasing its three buttons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trumpets
Παραδείγματα
He played a soulful melody on the trumpet during the jazz performance.
Παίξε μια συγκινητική μελωδία στην τρομπέτα κατά τη διάρκεια της τζαζ παράστασης.
to trumpet
01
κηρύσσω, ανακοινώνω δυνατά
to loudly and proudly state something
Transitive: to trumpet a piece of news or information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trumpet
γ΄ ενικό πρόσωπο
trumpets
ενεστώτα μετοχή
trumpeting
απλός αόριστος
trumpeted
παθητική μετοχή
trumpeted
Παραδείγματα
The company decided to trumpet the release of its new product with a flashy advertisement campaign.
Η εταιρεία αποφάσισε να κηρύξει την κυκλοφορία του νέου της προϊόντος με μια περίτεχνη διαφημιστική καμπάνια.
02
ηχώ, σαλπίζω
to produce a loud and clear sound, often with force and intensity
Intransitive
Παραδείγματα
The storm approached, and the thunder began to trumpet in the distance.
Η καταιγίδα πλησίαζε, και η βροντή άρχισε να βροντά στο βάθος.
03
παίζω τρομπέτα, συναρπάζω με τρομπέτα
to produce sound from a trumpet by blowing air through it
Intransitive
Παραδείγματα
The jazz band trumpeted loudly, filling the concert hall with their vibrant melodies.
Η τζαζ μπάντα έπαιξε τρομπέτα δυνατά, γεμίζοντας την αίθουσα συναυλιών με τις ζωντανές μελωδίες τους.



























