Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bivalved
01
δικλαδωτός, με δύο κελύφη
used of mollusks having two shells (as clams etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δικλαδωτός, με δύο κελύφη