bivalved
bi
ˈbaɪ
μπαι
valved
vælvd
βαιλβντ

Ορισμός και σημασία του "bivalved"στα αγγλικά

01

δικλαδωτός, με δύο κελύφη

used of mollusks having two shells (as clams etc.) 
bivalved definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
zoology, anatomy, biology

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bivalved
valved
valve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store