truckle
tru
ˈtrʌ
tra
ckle
kəl
kēl
trickle

Ορισμός και σημασία του "truckle"στα αγγλικά

01

χαμηλό κρεβάτι, κινούμενο κρεβάτι

a low bed to be slid under a higher bed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
truckles
to truckle
01

θωπεύω, κολακεύω

to act with flattery and leniency to gain a favor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
truckle
γ΄ ενικό πρόσωπο
truckles
ενεστώτα μετοχή
truckling
απλός αόριστος
truckled
παθητική μετοχή
truckled
02

υποχωρώ λόγω αδυναμίας, υποκύπτω λόγω αδυναμίας

yield to out of weakness 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store