Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Truckle
01
χαμηλό κρεβάτι, κινούμενο κρεβάτι
a low bed to be slid under a higher bed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
truckles
to truckle
01
θωπεύω, κολακεύω
to act with flattery and leniency to gain a favor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
truckle
γ΄ ενικό πρόσωπο
truckles
ενεστώτα μετοχή
truckling
απλός αόριστος
truckled
παθητική μετοχή
truckled
02
υποχωρώ λόγω αδυναμίας, υποκύπτω λόγω αδυναμίας
yield to out of weakness



























