troupe
Pronunciation
/ˈtɹup/

Ορισμός και σημασία του "troupe"στα αγγλικά

01

θίασος, ομάδα

a group of performers, especially actors or dancers, who work together as a collective entity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troupes
Παραδείγματα
I really liked the performance of the troupe, they transferred all the characters' emotions to the audience.
Μου άρεσε πραγματικά η παράσταση της ομάδας, μετέφεραν όλα τα συναισθήματα των χαρακτήρων στο κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store