bittie
bit
bɪt
bit
tie
taɪ
tai
cheeryflittydrearydearie

Ορισμός και σημασία του "bittie"στα αγγλικά

01

μικρούλης, πολύ μικρός

tiny in physical size, often used in a casual or affectionate manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bittiest
συγκριτικός βαθμός
bittier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She bought a bittie dress for her doll to match her own outfit. 

Αγόρασε ένα μικρούλι φόρεμα για την κούκλα της για να ταιριάζει με το δικό της ντύσιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store