troopship
troop
ˈtru:p
troop
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "troopship"στα αγγλικά

01

πλοίο μεταφοράς στρατευμάτων, πλοίο μεταφοράς στρατιωτών

a ship used to carry soldiers from one place to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troopships
Παραδείγματα
The troopship sailed across the ocean to deliver reinforcements. 

Το πλοίο μεταφοράς στρατευμάτων διέπλευσε τον ωκεανό για να παραδώσει ενισχύσεις.

Λεξικό Δέντρο

troopship
troop
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store