Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Troopship
01
πλοίο μεταφοράς στρατευμάτων, πλοίο μεταφοράς στρατιωτών
a ship used to carry soldiers from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troopships
Παραδείγματα
Families waved goodbye as the troopship left the harbor.
Οι οικογένειες κούνησαν το χέρι στο αντίο καθώς το πλοίο μεταφοράς στρατευμάτων έφευγε από το λιμάνι.
Λεξικό Δέντρο
troopship
troop



























