Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Troop
01
στράτευμα, σώμα
armed forces or soldiers, especially by large numbers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troops
Παραδείγματα
The troop advanced through the dense forest, maintaining communication and coordination to ensure their safety.
Το στράτευμα προχώρησε μέσα από το πυκνό δάσος, διατηρώντας την επικοινωνία και τον συντονισμό για να διασφαλίσει την ασφάλειά του.
02
αγέλη, ομάδα
a group of animals, especially primates or birds, traveling or living together in a cohesive social unit
03
στράτευμα, ισππικό
a cavalry unit corresponding to an infantry company
04
μονάδα, ομάδα
a unit of Girl or Boy Scouts
to troop
01
κινείται σαν πλήθος, βαδίζει σε ομάδα
move or march as if in a crowd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
troop
γ΄ ενικό πρόσωπο
troops
ενεστώτα μετοχή
trooping
απλός αόριστος
trooped
παθητική μετοχή
trooped
02
βαδίζω σε πομπή, παρελαύνω
march in a procession
Λεξικό Δέντρο
troopship
troop



























