triumvir
trium
ˈtraɪʌm
τραιαμ
vir
βα

Ορισμός και σημασία του "triumvir"στα αγγλικά

01

τριάς, μέλος τριανδρίας

one of the three ruling bodies in charge of a different public section in a country, especially in ancient Rome 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
triumvirs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store