trite
Pronunciation
/ˈtɹaɪt/

Ορισμός και σημασία του "trite"στα αγγλικά

01

κλισέ, χιλιοειπωμένος

(mainly of ideas, opinions, or remarks) used so often that it no longer has the same effect or originality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tritest
συγκριτικός βαθμός
triter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian ’s jokes were so trite that they hardly elicited any laughs.
Τα αστεία του κωμικού ήταν τόσο κλισέ που μόλις προκάλεσαν γέλια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store