trite
trite
traɪt
trait
tribetricetrinetripe

Ορισμός και σημασία του "trite"στα αγγλικά

01

κλισέ, χιλιοειπωμένος

(mainly of ideas, opinions, or remarks) used so often that it no longer has the same effect or originality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tritest
συγκριτικός βαθμός
triter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His speech was filled with trite phrases that failed to inspire the audience. 

Η ομιλία του ήταν γεμάτη κλισέ φράσεις που απέτυχαν να εμπνεύσουν το κοινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store