treasure
trea
ˈtrɛ
τρε
sure
ʒə
ζα
displeasure

Ορισμός και σημασία του "treasure"στα αγγλικά

01

θησαυρός

accumulated wealth in the form of money or jewels etc. 
treasure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
treasures
02

θησαυρός

art highly prized for its beauty or perfection 
03

θησαυρός

a collection of precious things 
04

θησαυρός, πολύτιμο

any possession that is highly valued by its owner 
to treasure
01

πολυτιμοποιώ, φυλάω σαν θησαυρό

to value and cherish deeply 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
treasure
γ΄ ενικό πρόσωπο
treasures
ενεστώτα μετοχή
treasuring
απλός αόριστος
treasured
παθητική μετοχή
treasured
Παραδείγματα
Parents often treasure the handmade gifts from their children as precious keepsakes. 

Οι γονείς συχνά ποθούν τα χειροποίητα δώρα από τα παιδιά τους ως πολύτιμα αναμνηστικά.

02

λατρεύω, αγαπώ

be fond of; be attached to 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

treasury
treasure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store