treasure
trea
ˈtrɛ
τρε
sure
ʒɜr
ζερρ
/tɹˈɛʒɐ/

Ορισμός και σημασία του "treasure"στα αγγλικά

01

θησαυρός

accumulated wealth in the form of money or jewels etc.
treasure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
treasures
02

θησαυρός

art highly prized for its beauty or perfection
03

θησαυρός

a collection of precious things
04

θησαυρός, πολύτιμο

any possession that is highly valued by its owner
to treasure
01

πολυτιμοποιώ, φυλάω σαν θησαυρό

to value and cherish deeply
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
treasure
γ΄ ενικό πρόσωπο
treasures
ενεστώτα μετοχή
treasuring
απλός αόριστος
treasured
παθητική μετοχή
treasured
Παραδείγματα
The couple treasured the quiet moments spent watching the sunset on their favorite beach.
Το ζευγάρι πολύτισε τις ήσυχες στιγμές που πέρασε βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στην αγαπημένη του παραλία.
02

λατρεύω, αγαπώ

be fond of; be attached to
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store