Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Treasure
01
θησαυρός
accumulated wealth in the form of money or jewels etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
treasures
02
θησαυρός
art highly prized for its beauty or perfection
03
θησαυρός
a collection of precious things
04
θησαυρός, πολύτιμο
any possession that is highly valued by its owner
to treasure
01
πολυτιμοποιώ, φυλάω σαν θησαυρό
to value and cherish deeply
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
treasure
γ΄ ενικό πρόσωπο
treasures
ενεστώτα μετοχή
treasuring
απλός αόριστος
treasured
παθητική μετοχή
treasured
Παραδείγματα
The couple treasured the quiet moments spent watching the sunset on their favorite beach.
Το ζευγάρι πολύτισε τις ήσυχες στιγμές που πέρασε βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στην αγαπημένη του παραλία.
02
λατρεύω, αγαπώ
be fond of; be attached to
Λεξικό Δέντρο
treasury
treasure



























