Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Traveling
01
ταξίδι, μετακίνηση
the activity or act of going from one place to another, particularly over a long distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Traveling by train is a relaxing way to see the countryside.
Το ταξίδι με τρένο είναι ένας χαλαρωτικός τρόπος για να δείτε την ύπαιθρο.
02
βήματα, περπάτημα
(basketball) the act of moving without dribbling the ball, resulting in a turnover
Παραδείγματα
The referee called traveling on the player for taking too many steps without dribbling.
Ο διαιτητής απέδωσε βήματα στον παίκτη γιατί πήρε πάρα πολλά βήματα χωρίς ντρίμπλα.
Λεξικό Δέντρο
traveling
travel



























