travel agency
tra
ˈtræ
trā
vel
vəl
vēl
a
eɪ
ei
gen
ʤən
jēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "travel agency"στα αγγλικά

01

ταξιδιωτικό πρακτορείο, γραφείο ταξιδιών

a business that makes arrangements for people who want to travel 
travel agency definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
travel agencies
Παραδείγματα
They used a travel agency to book their vacation package to Hawaii. 

Χρησιμοποίησαν ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο για να κλείσουν το πακέτο διακοπών τους στη Χαβάη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store