Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trapezoidal
01
τραπεζοειδής, σε σχήμα τραπεζίου
having the shape of a trapezoid, a quadrilateral with one pair of parallel sides
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city plaza had trapezoidal tiles in its pavement, forming an interesting and distinctive pattern throughout the pedestrian area.
Η πλατεία της πόλης είχε τραπεζοειδή πλακάκια στο πεζοδρόμιό της, σχηματίζοντας ένα ενδιαφέρον και διακριτικό μοτίβο σε όλη την πεζόδρομη ζώνη.
Λεξικό Δέντρο
trapezoidal
trapezoid



























