Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Translocation
01
μετατόπιση, ανταλλαγή τμημάτων χρωμοσωμάτων
(genetics) an exchange of chromosome parts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
translocations
02
μετατόπιση, μεταφορά διαλυμένης ύλης μέσα σε ένα φυτό
the transport of dissolved material within a plant
03
μετατόπιση, μετακίνηση
the process of moving something from one location to another
Παραδείγματα
The translocation of animals helps protect endangered species.
Η μετακίνηση των ζώων βοηθά στην προστασία των απειλούμενων ειδών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
translocation
translocate



























