Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transliterate
01
μεταγραμματίζω, μεταγραφή
to transform words from one writing system to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transliterate
γ΄ ενικό πρόσωπο
transliterates
ενεστώτα μετοχή
transliterating
απλός αόριστος
transliterated
παθητική μετοχή
transliterated
Παραδείγματα
She had to transliterate her name from Cyrillic to Latin script for official documents.
Έπρεπε να μεταγράψει το όνομά της από το κυριλλικό στο λατινικό αλφάβητο για τα επίσημα έγγραφα.
Λεξικό Δέντρο
transliteration
transliterate



























