Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
translational
01
μεταφορικός, μεταβατικός
relating to movement or displacement from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The translational motion of the car along the highway was smooth and steady.
Η μεταφορική κίνηση του αυτοκινήτου κατά μήκος της εθνικής οδού ήταν ομαλή και σταθερή.
Λεξικό Δέντρο
nontranslational
translational
translation
translate
transl



























