birdsong
bird
ˈbɜ:d
bēd
song
sɒng
song

Ορισμός και σημασία του "birdsong"στα αγγλικά

01

τραγούδι των πουλιών, μελωδία των πουλιών

the melodious and usually cheerful sound made by birds 
birdsong definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
birdsongs
Παραδείγματα
The morning was filled with gentle birdsong. 

Το πρωί ήταν γεμάτο με απαλό κέλαδημα πουλιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

birdsong

bird

+

song

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store