Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Birdsong
01
τραγούδι των πουλιών, μελωδία των πουλιών
the melodious and usually cheerful sound made by birds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
birdsongs
Παραδείγματα
The morning was filled with gentle birdsong.
Το πρωί ήταν γεμάτο με απαλό κέλαδημα πουλιών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
birdsong
bird
song



























